- λιβανωτίζω
- λιβανωτίζω, mit Weihrauch räuchern; auch = weihrauchähnlich sein
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
λιβανωτίζω — (Α) [λιβανωτός] 1. θυμιάζω με λιβάνι, λιβανίζω («σπένδοντες ἐν αὐτῷ καθ ἡμέραν καὶ λιβανωτίζοντες», Στράβ.) 2. μοιάζω με λιβάνι («ἐγκριτέον δὲ αὐτοῡ τὸ εὔχρουν, λιβανωτίζον τοῑς χόνδροις», Διοσκ.) … Dictionary of Greek
λιβανωτίζον — λιβανωτίζω fumigate with frankincense pres part act masc voc sg λιβανωτίζω fumigate with frankincense pres part act neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λιβανωτιζούσης — λιβανωτίζω fumigate with frankincense pres part act fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λιβανωτίζοντες — λιβανωτίζω fumigate with frankincense pres part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λιβανωτίζων — λιβανωτίζω fumigate with frankincense pres part act masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
προλιβανωτίζω — Α λιβανίζω, θυμιάζω με λιβάνι προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + λιβανωτίζω «λιβανίζω»] … Dictionary of Greek
λιβανωτίσας — λιβανωτίσᾱς , λιβανωτίζω fumigate with frankincense aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)